Opened
An initiative of The Kingdom Tribe (TKT)
Skip to content
Opened
Today
Ask
Read
Journey
More
John
John
6
VMV
BSB
A
a
Jesus
, person
Capernaum
, place
Peter
, person
Philip
, person
Moses
, person
Judas
, person
Galilee Sea
, place
Joseph
, person
3 more
Greek Vamvas Bible
Berean Standard Bible
1
VMV
Μετά ταύτα ανεχώρησεν ο Ιησούς πέραν της θαλάσσης της Γαλιλαίας της Τιβεριάδος·
BSB
BSB:
After this, Jesus crossed to the other side of the Sea of Galilee (that is, the Sea of Tiberias).
2
VMV
και ηκολούθει αυτόν όχλος πολύς, διότι έβλεπον τα θαύματα αυτού, τα οποία έκαμνεν επί των ασθενούντων.
BSB
BSB:
A large crowd followed Him because they saw the signs He was performing on the sick.
3
VMV
Ανέβη δε εις το όρος ο Ιησούς και εκεί εκάθητο μετά των μαθητών αυτού.
BSB
BSB:
Then Jesus went up on the mountain and sat down with His disciples.
4
VMV
Επλησίαζε δε το πάσχα, η εορτή των Ιουδαίων.
BSB
BSB:
Now the Jewish Feast of the Passover was near.
5
VMV
Υψώσας λοιπόν ο Ιησούς τους οφθαλμούς και ιδών ότι πολύς όχλος έρχεται προς αυτόν, λέγει προς τον Φίλιππον· Πόθεν θέλομεν αγοράσει άρτους, διά να φάγωσιν ούτοι;
BSB
BSB:
When Jesus looked up and saw a large crowd coming toward Him, He said to Philip,
“Where can we buy bread for these people to eat?”
6
VMV
Έλεγε δε τούτο δοκιμάζων αυτόν· διότι αυτός ήξευρε τι έμελλε να κάμη.
BSB
BSB:
But He was asking this to test him, for He knew what He was about to do.
7
VMV
Απεκρίθη προς αυτόν ο Φίλιππος· Διακοσίων δηναρίων άρτοι δεν αρκούσιν εις αυτούς, διά να λάβη ολίγον τι έκαστος αυτών.
BSB
BSB:
Philip answered, “Two hundred denarii would not buy enough bread for each of them to have a small piece.”
8
VMV
Λέγει προς αυτόν εις εκ των μαθητών αυτού, Ανδρέας ο αδελφός Σίμωνος Πέτρου·
BSB
BSB:
One of His disciples, Andrew, Simon Peter’s brother, said to Him,
9
VMV
Εδώ είναι εν παιδάριον, το οποίον έχει πέντε άρτους κριθίνους και δύο οψάρια· αλλά ταύτα τι είναι εις τοσούτους;
BSB
BSB:
“Here is a boy with five barley loaves and two small fish. But what difference will these make among so many?”
10
VMV
Είπε δε ο Ιησούς· Κάμετε τους ανθρώπους να καθήσωσιν· ήτο δε χόρτος πολύς εν τω τόπω. Εκάθησαν λοιπόν οι άνδρες τον αριθμόν έως πεντακισχίλιοι.
BSB
BSB:
“Have the people sit down,”
Jesus said. Now there was plenty of grass in that place, so the men sat down, about five thousand of them.
11
VMV
Και έλαβεν ο Ιησούς τους άρτους και ευχαριστήσας διεμοίρασεν εις τους μαθητάς, οι δε μαθηταί εις τους καθημένους· ομοίως και εκ των οψαρίων όσον ήθελον.
BSB
BSB:
Then Jesus took the loaves and the fish, gave thanks, and distributed to those who were seated as much as they wanted.
12
VMV
Αφού δε εχορτάσθησαν, λέγει προς τους μαθητάς αυτούς· Συνάξατε τα περισσεύσαντα κλάσματα, διά να μη χαθή τίποτε.
BSB
BSB:
And when everyone was full, He said to His disciples,
“Gather the pieces that are left over, so that nothing will be wasted.”
13
VMV
Εσύναξαν λοιπόν και εγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων εκ των πέντε άρτων των κριθίνων, τα οποία επερίσσευσαν εις τους φαγόντας.
BSB
BSB:
So they collected them and filled twelve baskets with the pieces of the five barley loaves left over by those who had eaten.
14
VMV
Οι άνθρωποι λοιπόν, ιδόντες το θαύμα, το οποίον έκαμεν ο Ιησούς, έλεγον ότι Ούτος είναι αληθώς ο προφήτης ο μέλλων να έλθη εις τον κόσμον.
BSB
BSB:
When the people saw the sign that Jesus had performed, they began to say, “Truly this is the Prophet who is to come into the world.”
15
VMV
Ο Ιησούς λοιπόν γνωρίσας ότι μέλλουσι να έλθωσι και να αρπάσωσιν αυτόν, διά να κάμωσιν αυτόν βασιλέα, ανεχώρησε πάλιν εις το όρος αυτός μόνος.
BSB
BSB:
Then Jesus, realizing that they were about to come and make Him king by force, withdrew again to a mountain by Himself.
16
VMV
Καθώς δε έγεινεν εσπέρα, κατέβησαν οι μαθηταί αυτού εις την θάλασσαν,
BSB
BSB:
When evening came, His disciples went down to the sea,
17
VMV
και εμβάντες εις το πλοίον, ήρχοντο πέραν της θαλάσσης εις Καπερναούμ. Και είχεν ήδη γείνει σκότος και ο Ιησούς δεν είχεν ελθεί προς αυτούς,
BSB
BSB:
got into a boat, and started across the sea to Capernaum. It was already dark, and Jesus had not yet gone out to them.
18
VMV
και η θάλασσα υψόνετο, επειδή έπνεε δυνατός άνεμος.
BSB
BSB:
A strong wind was blowing, and the sea grew agitated.
19
VMV
Αφού λοιπόν εκωπηλάτησαν ως εικοσιπέντε ή τριάκοντα στάδια βλέπουσι τον Ιησούν περιπατούντα επί της θαλάσσης και πλησιάζοντα εις το πλοίον, και εφοβήθησαν.
BSB
BSB:
When they had rowed about three or four miles, they saw Jesus approaching the boat, walking on the sea—and they were terrified.
20
VMV
Εκείνος δε λέγει προς αυτούς· Εγώ είμαι· μη φοβείσθε.
BSB
BSB:
But Jesus spoke up:
“It is I; do not be afraid.”
21
VMV
Ήθελον λοιπόν να λάβωσιν αυτόν εις το πλοίον, και παρευθύς το πλοίον έφθασεν εις την γην, εις την οποίαν υπήγαινον.
BSB
BSB:
Then they were willing to take Him into the boat, and at once the boat reached the shore where they were heading.
22
VMV
Τη επαύριον ο όχλος ο ιστάμενος πέραν της θαλάσσης ότε είδεν ότι πλοιάριον άλλο δεν ήτο εκεί ειμή εν, εκείνο εις το οποίον εισήλθον οι μαθηταί αυτού, και ότι ο Ιησούς δεν εισήλθε μετά των μαθητών αυτού εις το πλοιάριον, αλλά μόνοι οι μαθηταί αυτού ανεχώρησαν·
BSB
BSB:
The next day, the crowd that had remained on the other side of the sea realized that only one boat had been there, and that Jesus had not boarded it with His disciples, but they had gone away alone.
23
VMV
ήλθον δε άλλα πλοιάρια εκ της Τιβεριάδος πλησίον του τόπου, όπου έφαγον τον άρτον, αφού ο Κύριος ευχαρίστησεν·
BSB
BSB:
However, some boats from Tiberias landed near the place where the people had eaten the bread after the Lord had given thanks.
24
VMV
ότε λοιπόν είδεν ο όχλος ότι ο Ιησούς δεν είναι εκεί, ουδέ οι μαθηταί αυτού, εισήλθον και αυτοί εις τα πλοία και ήλθον εις Καπερναούμ ζητούντες τον Ιησούν.
BSB
BSB:
So when the crowd saw that neither Jesus nor His disciples were there, they got into the boats and went to Capernaum to look for Him.
25
VMV
Και ευρόντες αυτόν πέραν της θαλάσσης, είπον προς αυτόν· Ραββί, πότε ήλθες εδώ;
BSB
BSB:
When they found Him on the other side of the sea, they asked Him, “Rabbi, when did You get here?”
26
VMV
Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιησούς και είπεν· Αληθώς, αληθώς σας λέγω, με ζητείτε, ουχί διότι είδετε θαύματα, αλλά διότι εφάγετε εκ των άρτων και εχορτάσθητε.
BSB
BSB:
Jesus replied,
“Truly, truly, I tell you, it is not because you saw these signs that you are looking for Me, but because you ate the loaves and had your fill.
27
VMV
Εργάζεσθε μη διά την τροφήν την φθειρομένην, αλλά διά την τροφήν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον, την οποίαν ο Υιός του ανθρώπου θέλει σας δώσει· διότι τούτον εσφράγισεν ο Πατήρ ο Θεός.
BSB
BSB:
Do not work for food that perishes, but for food that endures to eternal life, which the Son of Man will give you. For on Him God the Father has placed His seal of approval.”
28
VMV
Είπον λοιπόν προς αυτόν· Τι να κάμωμεν, διά να εργαζώμεθα τα έργα του Θεού;
BSB
BSB:
Then they inquired, “What must we do to perform the works of God?”
29
VMV
Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτούς· Τούτο είναι το έργον του Θεού, να πιστεύσητε εις τούτον, τον οποίον εκείνος απέστειλε.
BSB
BSB:
Jesus replied,
“The work of God is this: to believe in the One He has sent.”
30
VMV
Τότε είπον προς αυτόν· Τι σημείον λοιπόν κάμνεις συ, διά να ίδωμεν και πιστεύσωμεν εις σε; τι εργάζεσαι;
BSB
BSB:
So they asked Him, “What sign then will You perform, so that we may see it and believe You? What will You do?
31
VMV
οι πατέρες ημών έφαγον το μάννα εν τη ερήμω, καθώς είναι γεγραμμένον· Άρτον εκ του ουρανού έδωκεν εις αυτούς να φάγωσιν.
BSB
BSB:
Our fathers ate the manna in the wilderness, as it is written: ‘He gave them bread from heaven to eat.’”
32
VMV
Είπε λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς· Αληθώς, αληθώς σας λέγω, δεν έδωκεν εις εσάς τον άρτον εκ του ουρανού ο Μωϋσής, αλλ' ο Πατήρ μου σας δίδει τον άρτον εκ του ουρανού τον αληθινόν.
BSB
BSB:
Jesus said to them,
“Truly, truly, I tell you, it was not Moses who gave you the bread from heaven, but it is My Father who gives you the true bread from heaven.
33
VMV
Διότι ο άρτος του Θεού είναι ο καταβαίνων εκ του ουρανού και δίδων ζωήν εις τον κόσμον.
BSB
BSB:
For the bread of God is He who comes down from heaven and gives life to the world.”
34
VMV
Είπον λοιπόν προς αυτόν· Κύριε, πάντοτε δος εις ημάς τον άρτον τούτον.
BSB
BSB:
“Sir,” they said, “give us this bread at all times.”
35
VMV
Και είπε προς αυτούς ο Ιησούς· Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής· όστις έρχεται προς εμέ, δεν θέλει πεινάσει, και όστις πιστεύει εις εμέ, δεν θέλει διψήσει πώποτε.
BSB
BSB:
Jesus answered,
“I am the bread of life. Whoever comes to Me will never hunger, and whoever believes in Me will never thirst.
36
VMV
Πλην σας είπον ότι και με είδετε και δεν πιστεύετε.
BSB
BSB:
But as I stated, you have seen Me and still you do not believe.
37
VMV
Παν ό,τι μοι δίδει ο Πατήρ, προς εμέ θέλει ελθεί, και τον ερχόμενον προς εμέ δεν θέλω εκβάλει έξω·
BSB
BSB:
Everyone the Father gives Me will come to Me, and the one who comes to Me I will never drive away.
38
VMV
διότι κατέβην εκ του ουρανού, ουχί διά να κάμω το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με.
BSB
BSB:
For I have come down from heaven, not to do My own will, but to do the will of Him who sent Me.
39
VMV
Τούτο δε είναι το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός, παν ό,τι μοι έδωκε να μη απολέσω ουδέν εξ αυτού, αλλά να αναστήσω αυτό εν τη εσχάτη ημέρα.
BSB
BSB:
And this is the will of Him who sent Me, that I shall lose none of those He has given Me, but raise them up at the last day.
40
VMV
Και τούτο είναι το θέλημα του πέμψαντός με, πας όστις βλέπει τον Υιόν και πιστεύει εις αυτόν να έχη ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.
BSB
BSB:
For it is My Father’s will that everyone who looks to the Son and believes in Him shall have eternal life, and I will raise him up at the last day.”
41
VMV
Εγόγγυζον λοιπόν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι είπεν, Εγώ είμαι ο άρτος ο καταβάς εκ του ουρανού,
BSB
BSB:
At this, the Jews began to grumble about Jesus because He had said,
“I am the bread that came down from heaven.”
42
VMV
και έλεγον· δεν είναι ούτος Ιησούς ο υιός του Ιωσήφ, του οποίου ημείς γνωρίζομεν τον πατέρα και την μητέρα; πως λοιπόν λέγει ούτος ότι εκ του ουρανού κατέβην;
BSB
BSB:
They were asking, “Is this not Jesus, the son of Joseph, whose father and mother we know? How then can He say,
‘I have come down from heaven’?”
43
VMV
Απεκρίθη λοιπόν ο Ιησούς και είπε προς αυτούς· Μη γογγύζετε μεταξύ σας.
BSB
BSB:
“Stop grumbling among yourselves,”
Jesus replied.
44
VMV
Ουδείς δύναται να έλθη προς εμέ, εάν δεν ελκύση αυτόν ο Πατήρ ο πέμψας με, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.
BSB
BSB:
“No one can come to Me unless the Father who sent Me draws him, and I will raise him up at the last day.
45
VMV
Είναι γεγραμμένον εν τοις προφήταις· Και πάντες θέλουσιν είσθαι διδακτοί του Θεού. Πας λοιπόν, όστις ακούση παρά του Πατρός και μάθη, έρχεται προς εμέ·
BSB
BSB:
It is written in the Prophets: ‘And they will all be taught by God.’ Everyone who has heard the Father and learned from Him comes to Me—
46
VMV
ουχί ότι είδε τις τον Πατέρα, ειμή εκείνος όστις είναι παρά του Θεού, ούτος είδε τον Πατέρα.
BSB
BSB:
not that anyone has seen the Father except the One who is from God; only He has seen the Father.
47
VMV
Αληθώς αληθώς, σας λέγω, Ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον.
BSB
BSB:
Truly, truly, I tell you, he who believes has eternal life.
48
VMV
Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής.
BSB
BSB:
I am the bread of life.
49
VMV
Οι πατέρες σας έφαγον το μάννα εν τη ερήμω και απέθανον·
BSB
BSB:
Your fathers ate the manna in the wilderness, yet they died.
50
VMV
ούτος είναι ο άρτος ο καταβαίνων εκ του ουρανού, διά να φάγη τις εξ αυτού και να μη αποθάνη.
BSB
BSB:
This is the bread that comes down from heaven, so that anyone may eat of it and not die.
51
VMV
Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων, ο καταβάς εκ του ουρανού. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, θέλει ζήσει εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε τον οποίον εγώ θέλω δώσει, είναι η σαρξ μου την οποίαν εγώ θέλω δώσει υπέρ της ζωής του κόσμου.
BSB
BSB:
I am the living bread that came down from heaven. If anyone eats of this bread, he will live forever. And this bread, which I will give for the life of the world, is My flesh.”
52
VMV
Εμάχοντο λοιπόν προς αλλήλους Ιουδαίοι, λέγοντες· Πως δύναται ούτος να δώση εις ημάς να φάγωμεν την σάρκα αυτού;
BSB
BSB:
At this, the Jews began to argue among themselves, “How can this man give us His flesh to eat?”
53
VMV
Είπε λοιπόν εις αυτούς ο Ιησούς· Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Εάν δεν φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε το αίμα αυτού, δεν έχετε ζωήν εν εαυτοίς.
BSB
BSB:
So Jesus said to them,
“Truly, truly, I tell you, unless you eat the flesh and drink the blood of the Son of Man, you have no life in you.
54
VMV
Όστις τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.
BSB
BSB:
Whoever eats My flesh and drinks My blood has eternal life, and I will raise him up at the last day.
55
VMV
Διότι η σαρξ μου αληθώς είναι τροφή, και το αίμα μου αληθώς είναι πόσις.
BSB
BSB:
For My flesh is real food, and My blood is real drink.
56
VMV
Όστις τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου εν εμοί μένει, και εγώ εν αυτώ.
BSB
BSB:
Whoever eats My flesh and drinks My blood remains in Me, and I in him.
57
VMV
Καθώς με απέστειλεν ο ζων Πατήρ και εγώ ζω διά τον Πατέρα, ούτω και όστις με τρώγει θέλει ζήσει και εκείνος δι' εμέ.
BSB
BSB:
Just as the living Father sent Me and I live because of the Father, so also the one who feeds on Me will live because of Me.
58
VMV
Ούτος είναι ο άρτος ο καταβάς εκ του ουρανού, ουχί καθώς οι πατέρες σας έφαγον το μάννα και απέθανον· όστις τρώγει τούτον τον άρτον θέλει ζήσει εις τον αιώνα.
BSB
BSB:
This is the bread that came down from heaven. Unlike your fathers, who ate the manna and died, the one who eats this bread will live forever.”
59
VMV
Ταύτα είπεν εν τη συναγωγή, διδάσκων εν Καπερναούμ.
BSB
BSB:
Jesus said this while teaching in the synagogue in Capernaum.
60
VMV
Πολλοί λοιπόν εκ των μαθητών αυτού ακούσαντες, είπον· Σκληρός είναι ούτος ο λόγος· τις δύναται να ακούη αυτόν;
BSB
BSB:
On hearing it, many of His disciples said, “This is a difficult teaching. Who can accept it?”
61
VMV
Νοήσας δε ο Ιησούς εν εαυτώ ότι γογγύζουσι περί τούτου οι μαθηταί αυτού, είπε προς αυτούς· Τούτο σας σκανδαλίζει;
BSB
BSB:
Aware that His disciples were grumbling about this teaching, Jesus asked them,
“Does this offend you?
62
VMV
εάν λοιπόν θεωρήτε τον Υιόν του ανθρώπου αναβαίνοντα όπου ήτο το πρότερον;
BSB
BSB:
Then what will happen if you see the Son of Man ascend to where He was before?
63
VMV
το πνεύμα είναι εκείνο το οποίον ζωοποιεί, η σαρξ δεν ωφελεί ουδέν· οι λόγοι, τους οποίους εγώ λαλώ προς εσάς, πνεύμα είναι και ζωή είναι.
BSB
BSB:
The Spirit gives life; the flesh profits nothing. The words I have spoken to you are spirit and they are life.
64
VMV
Πλην είναι τινές από σας, οίτινες δεν πιστεύουσι. Διότι ήξευρεν εξ αρχής ο Ιησούς, τίνες είναι οι μη πιστεύοντες και τις είναι ο μέλλων να παραδώση αυτόν.
BSB
BSB:
However, there are some of you who do not believe.”
(For Jesus had known from the beginning which of them did not believe and who would betray Him.)
65
VMV
Και έλεγε· Διά τούτο σας είπον ότι ουδείς δύναται να έλθη προς εμέ, εάν δεν είναι δεδομένον εις αυτόν εκ του Πατρός μου.
BSB
BSB:
Then Jesus said,
“This is why I told you that no one can come to Me unless the Father has granted it to him.”
66
VMV
Έκτοτε πολλοί των μαθητών αυτού εστράφησαν εις τα οπίσω και δεν περιεπάτουν πλέον μετ' αυτού.
BSB
BSB:
From that time on many of His disciples turned back and no longer walked with Him.
67
VMV
Είπε λοιπόν ο Ιησούς προς τους δώδεκα· Μήπως και σεις θέλετε να υπάγητε;
BSB
BSB:
So Jesus asked the Twelve,
“Do you want to leave too?”
68
VMV
Απεκρίθη λοιπόν προς αυτόν ο Σίμων Πέτρος· Κύριε, προς τίνα θέλομεν υπάγει; λόγους ζωής αιωνίου έχεις·
BSB
BSB:
Simon Peter replied, “Lord, to whom would we go? You have the words of eternal life.
69
VMV
και ημείς επιστεύσαμεν και εγνωρίσαμεν ότι συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος.
BSB
BSB:
We believe and know that You are the Holy One of God.”
70
VMV
Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιησούς· Δεν εξέλεξα εγώ εσάς τους δώδεκα και εις από σας είναι διάβολος;
BSB
BSB:
Jesus answered them,
“Have I not chosen you, the Twelve? Yet one of you is a devil!”
71
VMV
Έλεγε δε τον Ιούδαν του Σίμωνος τον Ισκαριώτην· διότι ούτος, εις ων εκ των δώδεκα, έμελλε να παραδώση αυτόν.
BSB
BSB:
He was speaking about Judas, the son of Simon Iscariot. For although Judas was one of the Twelve, he was later to betray Jesus.
Chapter complete
You’ve read John 6
Chapter 6 of 21 in John
Up next
John 7
Read John 7
Listen
Back to John 5
Go deeper
Commentary
What the commentators say on John 6
A question this chapter raises
What is deconstruction, and should I deconstruct my faith?
VMV
Greek Vamvas Bible (1850). Public domain. Text from the CrossWire Bible Society.
BSB
The Holy Bible, Berean Standard Bible, BSB. Dedicated to the public domain. BereanBible.com
John 5
John 6
John 7